ἐρωτομανία

ἐρωτο-μᾰνία, ,=ἐρωμανία,
A raving love, Plu.2.451f.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρωτομανία — ἐρωτομανίᾱ , ἐρωτομανία raving love fem nom/voc/acc dual ἐρωτομανίᾱ , ἐρωτομανία raving love fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτομανίᾳ — ἐρωτομανίᾱͅ , ἐρωτομανία raving love fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτομανία — και ερωμανία, η (AM ἐρωτομανία και ἐρωμανία) [ερωτομανής] μανία ερωτική, σφοδρός έρωτας νεοελλ. παραληρητική κατάσταση κατά την οποία το άτομο που πάσχει κατέχεται από ακατανίκητο, συνήθως πλατωνικό, έρωτα προς απρόσιτο άτομο τού άλλου φύλου ή… …   Dictionary of Greek

  • ερωτομανία — η 1.ηερωτική μανία. 2. (ιατρ.), διανοητική παράκρουση που εκδηλώνεται με ιδέες και ενδιαφέροντα ερωτικά στην ψυχή του άρρωστου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρωτομανίας — ἐρωτομανίᾱς , ἐρωτομανία raving love fem acc pl ἐρωτομανίᾱς , ἐρωτομανία raving love fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτομανίαν — ἐρωτομανίᾱν , ἐρωτομανία raving love fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτομανιακός — ή, ό [ερωτομανία] 1. αυτός που αναφέρεται στην ερωτομανία («ερωτομανιακό σύμπτωμα») 2. αυτός που πάσχει από ερωτομανία, ο ερωτομανής …   Dictionary of Greek

  • αγγελοπετριά — η 1. πλήγμα από τον άγγελο τού θανάτου, αιφνίδιος, απροσδόκητος θάνατος 2. χτύπημα με πέτρα, πετριά άγνωστης προελεύσεως 3. απροσδόκητο, αναπάντεχο κακό 4. ερωτομανία, ερωτοληψία. [ΕΤΥΜΟΛ. < άγγελος + πετριά] …   Dictionary of Greek

  • ερωμανία — η (AM ἐρωμανία) [ερωμανής] η ερωτομανία …   Dictionary of Greek

  • ερωτομανής — ές και ερωμανής, ές (AM ἐρωτομανής, ές και ἐρωμανής, ές) αυτός που βρίσκεται διαρκώς σε ερωτική έξαψη νεοελλ. αυτός που πάσχει από ερωτομανία. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρως, ωτος + μανής < μαίνομαι] …   Dictionary of Greek

  • ερωτομανώ — και ερωμανώ (AM ἐρωτομανώ και ἐρωμανῶ, έω) [ερωτομανής] είμαι ερωτομανής νεοελλ. πάσχω από ερωτομανία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.